Κυριακή, 29 Ιουνίου 2014

Μελέτη Η. Μελετόπουλου

30-6-2014
  
        «Kαθηγητής Πανεπιστημίου»

                        του Μελέτη Η. Μελετόπουλου

     Ο προπηλακισμός και ο εν συνεχεία ξυλοδαρμός του προέδρου του Τμήματος Φυσικής του Πανεπιστημίου Αθηνών κ.Γ.Τόμπρου μου θύμισε μία παλαιά ιστορία: την δεκαετία του ʼ60, ο γυιός ενός τακτικού καθηγητή του Μετσόβειου  Πολυτεχνείου, σπουδαστής ο ίδιος στο ΕΜΠ και μαθητής του πατέρα του, κάλεσε έναν συμφοιτητή του στο σπίτι του να γευματίσουν και να μελετήσουν μαζί. Μετά το τέλος, λοιπόν, των μαθημάτων, το μεσημέρι, οι δύο σπουδαστές πήραν το λεωφορείο και ανέβηκαν στο Ψυχικό, στην οικία του καθηγητή. Σε λίγο η μητέρα του σπουδαστή (και σύζυγος του καθηγητή) κάλεσε τα παιδιά να κάτσουν στο τραπέζι. «Θα περιμένετε όμως λίγο», τους είπε, «να έρθει ο καθηγητής». Ο ανυποψίαστος νεαρός προσκεκλημένος έμεινε κατάπληκτος. «Θα  είναι και ο καθηγητής;», τραύλισε έντρομος. Το θεωρούσε αδιανόητο ότι θα κάτσει στο ίδιο τραπέζι με τον καθηγητή! Περιττό να αναφέρω ότι σε όλη την διάρκεια του γεύματος ο δυστυχής φοιτητής είχε τόσο τρακ που δεν του κατέβηκε μπουκιά!
    Η έννοια «καθηγητής» ήταν εκείνη την εποχή απρόσιτη στους κοινούς θνητούς, οι καθηγητές των (λιγοστών τότε) πανεπιστημίων και του Πολυτεχνείου εθεωρούντο κάτι μεταξύ ημίθεου και υπερανθρώπου. Το κύρος τους ήταν τεράστιο, έχαιραν του γενικού σεβασμού,  και αυτό φυσικά ήταν το θεμέλιο της συνειδητής πειθαρχίας στην οποία στηρίζεται η λειτουργία όλων των εκπαιδευτικών συστημάτων.
    Προ πολλών ετών, στην Θεσσαλονίκη, συζητούσα με τον πρύτανι της εκεί Πολυτεχνικής Σχολής. Μου διεκτραγωδούσε πόσο αυστηροί και αυταρχικοί ήταν οι παλαιοί καθηγητές της δεκαετίας του ʼ60. Ρωτάω τον πρύτανι: «Πότε τα πανεπιστήμια έβγαζαν καλύτερους επιστήμονες, τότε ή τώρα;». Μου απαντά: «Ασφαλώς τότε». Του λέω: «Άρα οι δικοί σας καθηγητές ήταν καλύτεροι δάσκαλοι απʼ ό,τι εσείς». Έμεινε άναυδος και χωρίς επιχειρήματα.
    Πώς έφτασε το Πανεπιστήμιο σε αυτά τα χάλια; Όλοι έχουν ευθύνες. Επί Δικτατορίας ένα μεγάλο μέρος των πανεπιστημιακών καθηγητών έχασε το κύρος του διότι εσιώπησε, ενώ μάλιστα ένα άλλο μέρος συνεργάστηκε με το καθεστώς. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα στην Μεταπολίτευση η εξοργισμένη νεολαία να κατεδαφίσει το κύρος των δασκάλων της, οι οποίοι λόγω ενοχών δεν αντέδρασαν στον εξευτελισμό τους.
    Ακολούθησε η επέλαση των δήθεν αντιστασιακών της «Γενιάς του Πολυτεχνείου» στις πανεπιστημιακές έδρες. Οι άνθρωποι αυτοί εξαργύρωσαν τις (ανύπαρκτες και εικονικές στις περισσότερες περιπτώσεις) δήθεν αντιστασιακές τους δάφνες γιά να αποκτήσουν την ιδιότητα του «πανεπιστημιακού». Στα πανεπιστήμια λειτούργησαν ως ιδεολογικοί προπαγανδιστές (διαφόρων εκχυδαϊσμένων εκδοχών του μαρξισμού), ως κομματικοί παράγοντες, ως μέντορες συνδικαλιστών και ως φοιτητοπατέρες. Δάσκαλοι δεν έγιναν ποτέ. Ανέχθηκαν την αντιγραφή, την διακοπή του μαθήματος από κομματικά στελέχη, το «δημοκρατικό πέντε», τις λίστες με τους προακτέους που τους έδιναν τα κόμματα. Ανέχθηκαν την βία και τον εκφασισμό της πανεπιστημιακής ζωής. Σιτίστηκαν από τα περίφημα «ευρωπαϊκά προγράμματα» αντί να εργασθούν σκληρά ως ερευνητές και ως δάσκαλοι. Λειτούργησαν με την λογική της παρέας, και απέκλεισαν από τις τάξεις τους τους σημαντικώτερους Έλληνες επιστήμονες.
     Το πρόβλημά τους δεν ήταν να διδάξουν την νεολαία, αλλά να γίνουν κομματικοί παράγοντες, βουλευτές, διοικητές τραπεζών και υπουργοί. Αλλά και ως πολιτικοί απέτυχαν τραγικά, ευθύνονται καίρια γιά την οικονομική και την ηθική χρεωκοπία της χώρας, πολλοί δε ενεπλάκησαν σε υποθέσεις που εξευτέλισαν την πανεπιστημιακή τους ιδιότητα και καταρράκωσαν τον όποιο σεβασμό μπορούσε να έχει απέναντί τους η φοιτητιώσα νεολαία.
    Μην απατώμεθα, αυτό που σήμερα στην χώρα μας ακόμα αποκαλείται «ανώτατη εκπαίδευση», δεν έχει καμμία απολύτως σχέση με αυτό που στην Ευρώπη και σε όλον τον κόσμο είναι το Πανεπιστήμιο.


σχόλιο Ι

                   Γλέζος και Ρεπούση στο ίδιο "μετερίζι";

    Στην συζήτηση που έγινε στην ΔΗΜΑΡ για το αν θα έπρεπε το (ανύπαρκτο πλέον) αυτό κόμμα να ανταποκριθεί στην πρόσκληση του ΣΥΡΙΖΑ για την εκδήλωση ενάντια στη "μικρή ΔΕΗ", η βουλευτής Μαρία Ρεπούση εισηγήθηκε με ζήλο την προσέγγιση προς το ΣΥΡΙΖΑ., η οποία συγκαταλέγεται ανάμεσα σε εκείνους που επιθυμούν μία γενικότερη προσέγγιση των δύο κομμάτων. Και η μεν Ρεπούση προφανώς ψάχνει τρόπο πολιτικής επιβίωσης μετά το  πολιτικό ναυάγιο του μέντορά της Κουβέλη. Αναρωτιέται όμως κανείς πώς θα συνυπάρξουν στο ίδιο κόμμα ένας ήρωας της Εθνικής Αντίστασης όπως ο Γλέζος με αυτήν που αποκάλεσε "συνωστισμό" την σφαγή των Ελλήνων της Μικράς Ασίας.

σχόλιο ΙΙ

                                       Τι άλλο θα ακούσουμε


"Οι "Ελληνες έχουμε κοινές προκλήσεις", είπε ο γραμματέας της ΝΔ Α. Παπαμιμίκος απευθύνοντας χαιρετισμό απηύθυνε στο ιδρυτικό συνέδριο του «Ποταμιού». Προσέθεσε δε ότι "ανήκουμε στην ίδια όχθη του ποταμιού, αυτή των μεταρρυθμίσεων και των ριζοσπαστικών αλλαγών."  Και τις μεν "μεταρρυθμίσεις" και "ριζοσπαστικές αλλαγές" θα τις είδε στον ύπνο του ο γραμματέας της παλαιοκομματικής και πελατειακής ΝΔ, που έδωσε σκληρή μάχη γιά να μην γίνει απολύτως καμμία πραγματική μεταρρύθμιση. Μάλλον ο Παπαμιμίκος βλέπει ότι, όπως πάνε τα πράγματα, σε λίγο θα είναι γραμματέας ανύπαρκτου κόμματος και αναζητά τρόπο πολιτική επιβίωσης, τσαλαβουτώντας "στην ίδια όχθη" των απόνερων του "Ποταμιού"....

Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2014

Χρήστος Γιανναράς- Λένε «ψωμί» και καταλαβαίνουν «χώμα»

Posted: 09 Jun 2014 10:57 AM PDT
Και στις πρόσφατες εκλογές οι «αποκαλύψεις» υπήρξαν άκρως κοινότοπες αλλά ρεαλιστικότατα απελπιστικές:
Οι δημότες δύο πολύ μεγάλων πόλεων, χωρίς προσχήματα και χωρίς την παραμικρή αίσθηση ντροπής για τον αυτεξευτελισμό τους, ψήφισαν σαν Δήμαρχο την τοπική ποδοσφαιρική τους ομάδα. Τους άφηνε παγερά αδιάφορους ποιος θα διαχειριστεί τις ανάγκες της πόλης τους, τις ανάγκες της ζωής τους. Μάλλον για την πλειονότητα των Ελληνωνύμων σήμερα, το ποδοσφαιρικό αφιόνι είναι η μόνη πραγματική αξία ζωής, η μόνη ενασχόληση που δίνει κάποιο περιεχόμενο στην καθημερινότητα. Η εκούσια εξηλιθίωση στη θέση του απόλυτου κενού.
Ακόμα και τα νήπια γνωρίζουν ότι το ποδοσφαιρικό παραισθησιογόνο το διακινούν πανίσχυρες μαφίες του υποκόσμου «διαπλεκόμενες» με τα κόμματα. Στις εκλογές που μόλις ζήσαμε, ήταν η πρώτη φορά (γι’ αυτό και κρατήστε σημαδιακή τη χρονολογία: 2014) που σε δύο τουλάχιστον μεγάλες πόλεις οι πολίτες δεν χρειάστηκαν την ιδεολογική λεοντή: κομματικούς φενακισμούς («Ελιά» – όχι ΠΑΣΟΚ, «Ποτάμι» – όχι Ν.Δ.) ή αρλουμπολογία «παραταξιακού» σχολαστικισμού (κεντροαριστερά, κεντροδεξιά, κεντροαριστερότερη αριστερά κ.λπ.). Ψήφισαν απευθείας τις μαφίες δίχως «πολιτικά» επιχρίσματα.
Κυνισμός ή ανεπίγνωστη ριζική εξηλιθίωση; Το πρόβλημα, βέβαια, δεν είναι να καταμετρήσουμε τους δείχτες ευφυΐας των Ελληνωνύμων σήμερα, αλλά να ψάξουμε αν υπάρχουν πια ίχνη προϋποθέσεων να λειτουργεί κανείς ως πολίτης: ίχνη «αίσθησης δημοσίου συμφέροντος». Αυτή η αίσθηση διαφοροποιεί τον πολιτισμένο από τον πρωτόγονο άνθρωπο, σε οποιοδήποτε γεωγραφικό μήκος και πλάτος, αιώνα ή εποχή.
Η «αίσθηση δημοσίου συμφέροντος» ξεκινάει από τα απλούστερα δεδομένα της πρακτικής του βίου. Για παράδειγμα: Σε όσα νοσοκομεία χτίστηκαν τις τελευταίες δεκαετίες στην Ελλάδα, οι θάλαμοι ή τα δωμάτια νοσηλείας διαθέτουν μια συσκευή τηλεόρασης για νοσηλευόμενους. Δεν υπάρχουν όμως τηλεχειριστήρια – έχουν κλαπεί! Οι Ελληνώνυμοι κλέβουμε από τα νοσοκομεία τα τηλεχειριστήρια, κλέβουμε τα σκεπάσματα («κουλούρες») από τις λεκάνες της τουαλέτας, κλέβουμε τις κουρτίνες που υπήρχαν αρχικά στα παράθυρα. Δεν πρόκειται απλώς για μικροπαρανομίες, περιπτώσεις αντικοινωνικής συμπεριφοράς, ηθικής παρεκτροπής. Πρόκειται για απώλεια της αίσθησης του «δημόσιου αγαθού»: έχει χαθεί η δυνατότητα να ξεχωρίσουμε και αναγνωρίσουμε ότι, εκτός από τα όσα ο καθένας μας ατομικά κατέχει και νέμεται, υπάρχουν και δεδομένα της πρακτικής του βίου που πρέπει να βρίσκονται στη διάθεση και εξυπηρέτηση όλων (του «κοινού συμφέροντος»), αλλιώς η ζωή δεν λειτουργεί.
Ο άνθρωπος που κλέβει το σκέπασμα λεκάνης από την τουαλέτα νοσοκομείου, είναι ο ίδιος που θεωρεί αυτονόητο να κάνει «κατάληψη» δημόσιου χώρου, σχολείου, πανεπιστημιακού εργαστηρίου, εθνικής οδού, να μπλοκάρει τον ηλεκτροφωτισμό της χώρας, δηλαδή να καταλύει το «κοινό συμφέρον», προκειμένου να εκβιάσει την ικανοποίηση ατομοκεντρικών, συντεχνιακών του απαιτήσεων. Ο άνθρωπος που ιδιοποιείται το σκέπασμα λεκάνης από την τουαλέτα νοσοκομείου, έχει ακριβώς την ίδια έλλειψη της «αίσθησης δημοσίου συμφέροντος» με τον πρωθυπουργό που μοιράζει υπουργεία (την κορυφαία ευθύνη διαχείρισης των «δημόσιων αγαθών») σε φιλαράκια του ή σε εσωκομματικούς υποστηρικτές του. Εχει τον ίδιο αντικοινωνικό πρωτογονισμό με τον φοροφυγάδα, τον ιδιοκτήτη αυθαίρετου κτίσματος ή καταπατημένης δημόσιας γης, τον επίορκο αστυνόμο που πουλάει «προστασία».
Η παγερή αδιαφορία και βαθιά περιφρόνηση για το «δημόσιο συμφέρον» είναι η κυρίαρχη (και κυρίως αυτονόητη) πραγματικότητα στην κρατική οργάνωση του βίου μας των Ελληνωνύμων σήμερα. Νόμοι, θεσμοί, πολιτικά σχήματα, ο δημόσιος λόγος, καμώνονται ότι αγνοούν τη γενικευμένη κλοπή των κοινών αγαθών, της κοινωνικής περιουσίας, ενώ σε αυτή τη λωποδυσία σκοπεύουν. Αν σκόπευαν στην άρνηση της νομιμοποιημένης λωποδυσίας, στην τίμια επιδίωξη του «δημοσίου συμφέροντος», θα αναζητούσαν να εντοπίσουν, αναλύσουν και εφαρμόσουν πολιτικές, ριζικά διαφορετικές (κυριολεκτικά στους αντίποδες) από τις σημερινές.
Δηλαδή, θα έπαυαν να ανοηταίνουν με μικρονοϊκά παιδιαρίσματα, ιδεολογικές κωλοτούμπες σε συνεχώς καινούργια εφευρήματα όλο και αμιγέστερων σχημάτων «κεντροαριστεράς», ζητώντας την πιο αριστερή κεντροαριστερά. Θα αναζητούσαν: ποιος ρεαλιστικός πολιτικός σχεδιασμός, ποιες πολιτικές πρακτικές, θα μπορούσαν να οδηγήσουν τον Ελληνώνυμο από τον σημερινό πρωτογονισμό του κτηνώδους ατομοκεντρισμού στην αίσθηση και πάλι της αναγνώρισης και του σεβασμού «δημόσιων αγαθών». Οχι με ποια ηθική, με ποια ιδεολογία, ποια κηρύγματα, αλλά με ποια πολιτική πράξη θα πάψουν οι Ελληνώνυμοι να κλέβουν το νοσοκομείο που τους νοσηλεύει, να καταστρέφουν το σχολειό που τους μαθαίνει γράμματα, το τρένο ή το λεωφορείο που τους μεταφέρει.
Τους όρους για την ολοκληρωτική και στυγνή επιβολή του πρωτογονισμού στην Ελλάδα τους οργάνωσε πολιτικά και τους θεσμοποίησε η δήθεν «Αριστερά». Οι «δημοκρατικές δυνάμεις» αυτοσυνειδητοποιήθηκαν αποκλειστικά ως μανιακές καταναλωτικές ορδές – το κάθε άτομο της ορδής «δικαιούται διά να» λαφυραγωγεί αχαλίνωτα ό,τι άλλοτε γινόταν αυτονόητα σεβαστό ως πεδίο «δημόσιου αγαθού». Ακόμα ώς σήμερα η «Αριστερά» επαγγέλλεται πολιτικές παροχών και αύξησης των δυνατοτήτων καταναλωτικής ευχέρειας («θα επαναδιαπραγματευθούμε», «θα αυξήσουμε τον κατώτατο μισθό») – μιλάει γλώσσα μόνο ποσοτικών μεγεθών. Αδυνατεί να μιλήσει για ποιότητες η Αριστερά, δηλαδή να μιλήσει για πολιτική. Απλώς ευφραδέστερος ο κ. Τσίπρας εξευτελίζει ευχερέστερα τη μειρακιώδη δυσφράδεια του κ. Σαμαρά, όταν παρακάμπτει (εξίσου ανυποψίαστος) την πολιτική προκειμένου να μιλήσει για το μέλλον της χώρας.
Θέλουν να λέγονται «αριστεροί», ενώ μένουν πεισματικά άσχετοι με κάθε έννοια προτεραιότητας των κοινωνιοκεντρικών κριτηρίων, άσχετοι με κάθε αντίσταση στον ατομοκεντρικό, καταναλωτικό πρωτογονισμό. Γι’ αυτό και τα κόμματα της «Αριστεράς» στην Ελλάδα είναι μόνο κόμματα διαμαρτυρίας ή ψυχαναγκαστικού παλαιοημερολογιτισμού. Μιλάνε για «κοινωνικούς αγώνες» και εννοούν συντεχνιακούς εκβιασμούς, μιλάνε για «κοινωνικό κράτος» και εννοούν ασύδοτη τη λωποδυσία σε κάθε πτυχή κρατικής λειτουργίας.
Ακριβώς το ανάλογο συμβαίνει και με τη «Δεξιά»: Μιλάνε για «πατρίδα» και αναφέρονται σε κάτι που δεν ενδιαφέρει κανέναν. Ακόμα και στους γελοιώδεις λαϊκισμούς του Καρατζαφέρη δεν είχαν τίποτα σοβαρό να αντιτάξουν, ακόμα και το χρυσαυγίτικο κοινωνικό περιθώριο το καταδιώκουν σήμερα με τον χωροφύλακα.